Η νεανική βία εμφανίζεται συχνά στον δημόσιο διάλογο ως απειλή: αριθμοί, ποσοστά, τίτλοι οι οποίοι προκαλούν φόβο και ανησυχίες κατατάσσοντας τους νέους ως «επικίνδυνη κατηγορία». Τα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης και οι ενήλικες τείνουν να μιλούν για τους νέους, σπάνια όμως με τους νέους, αναπαράγοντας, κατά αυτόν τον τρόπο, αφηγήσεις που στιγματίζουν και «ηθικούς πανικούς». Ωστόσο, για τους ίδιους τους νέους, η βία δεν αποτελεί ένα πολυσυζητημένο κοινωνικό πρόβλημα ή ένα στατιστικό δεδομένο, αλλά μία βιωμένη απολύτως εμπειρία -άλλοτε απειλή, άλλοτε άμυνα, άλλοτε καθημερινότητα-. Μπορεί, άραγε, να επέλθει η κατανόηση της νεανικής βίας αν δεν ακουστεί πρώτα η ίδια η νεανική μας φωνή;
Η βία για τους νέους είναι σαν ένας ραγισμένος καθρέφτης: η πρώτη ρωγμή είναι άμεση και ορατή, αλλά οι αόρατες ρωγμές είναι εκείνες οι οποίες καταστρέφουν σιγά- σιγά την εικόνα που έχεις για τον εαυτό σου. Έτσι, από τη μία πλευρά, η σωματική βία είναι εμφανής και άμεση, αφήνοντας έντονα σημάδια, ενώ από την άλλη, η ψυχολογική και λεκτική βία επιφέρει μικρές, αόρατες ρωγμές που στην αρχή μοιάζουν απαρατήρητες, τόσο από το θύμα όσο και από τους γύρω. Αυτή η άποψη, όμως, προέρχεται από το θύμα, το θύτη ή τον παρατηρητή; Ίσως η απάντηση να βρίσκεται στην προοπτική του καθενός, ανάλογα με την οπτική γωνία που κοιτάζει τον καθρέφτη.
Ερώτημα αποτελεί, μήπως η διάκριση μεταξύ «δικαιολογημένης» και «αδικαιολόγητης» βίας, ως άγραφου κανόνα της ηλικίας μας, καθορίζει τις ηθικές επιλογές των νέων και λειτουργεί ως πυξίδα αυτοάμυνας και ηθικής; Στη σκέψη τους, η «δικαιολογημένη» βία εμφανίζεται όταν η βία χρησιμοποιείται ως ανάγκη προστασίας ή αντίδραση σε έναν εξωτερικό κίνδυνο. Αντίθετα, η «αδικαιολόγητη» βία, χωρίς προφανή αίτια, θεωρείται εκτός ορίων, επιβολή ισχύος η οποία πλήττει τη δικαιοσύνη και την συνύπαρξη. Αυτός ο διαχωρισμός δεν είναι απλώς μια θεωρητική σκέψη, αλλά καθορίζει τις κοινωνικές αντιδράσεις και επιλογές της ηλικίας μας, σε μια κοινωνία η οποία περικλείεται από συγκρούσεις, επιχειρώντας τη διατήρηση ισορροπίας στην καθημερινότητά μας.
Η νεανική βία δεν ξεκινά από το πουθενά. Τη βλέπουμε να γεννιέται σιγά-σιγά μέσα στην καθημερινότητά μας, στις παρέες, στα σχολεία, στις οθόνες μας, προερχόμενη από πίεση. Πίεση να ανήκουμε, πίεση να μας αποδεχτούν, να μη φαινόμαστε «αδύναμοι», πίεση για το κύρος το οποίο μετριέται συχνά με την σκληρή εικόνα και τη δύναμη που δείχνουμε προς τα έξω. Έτσι, η βία γίνεται άμυνα, τρόπος επιβίωσης και, κακώς, μέσο αναγνώρισης.
Δεν μιλάμε, γιατί συχνά νιώθουμε πως κανείς δεν μας ακούει πραγματικά. Το σχολείο μοιάζει περισσότερο με χώρο κανόνων και πειθαρχίας παρά κατανόησης, ενώ η αστυνομία αντιμετωπίζεται ως ένας επίσημος μηχανισμός, μακρινός από τη δική μας πραγματικότητα. Παράλληλα, στους γονείς φοβόμαστε την απογοήτευση ή την υπερβολική ανησυχία, ενόσω η αλήθεια μας μπορεί εύκολα να παρεξηγηθεί ή να μας στιγματίσει. Υπό τον φόβο μήπως χαρακτηριστούμε «προβληματικοί» ή υπερβολικοί, χαρακτηρίζουμε τη σιωπή ως επιλογή, ακολουθώντας έτσι μία στρατηγική αυτοπροστασίας.
Μπορεί η βία να έχει και φύλο; Η νεανική βία έχει και έμφυλες διαστάσεις, όπως τις βιώνουμε εμείς οι ίδιοι. Από τα αγόρια συχνά αναμένεται να δείχνουν σκληρότητα και να λύνουν τις διαφορές τους με επίδειξη δύναμης, ενώ η ευαισθησία θεωρείται αδυναμία. Τα κορίτσια, από την άλλη, έρχονται αντιμέτωπα με πιο έμμεσες μορφές βίας, όπου οι συγκρούσεις εκφράζονται με αποκλεισμό, ψυχολογική πίεση ή διαδικτυακή στοχοποίηση. Και στις δύο περιπτώσεις, ο τρόπος επίλυσης των διαφορών καθορίζεται από έμφυλες προσδοκίες, που συχνά μας ωθούν στη βία αντί στον διάλογο.
«Η στροφή των νέων απέναντι στη βία δε δηλώνει απουσία λόγου, αλλά έλλειψη εμπιστοσύνης προς εκείνους που υποτίθεται ότι ακούν». Οι νέοι δε στερούνται λόγου ή άποψης, αλλά εμπιστοσύνης. Πρόκειται για μια σιωπηλή κριτική, που αποκαλύπτει το κενό ανάμεσα στις ανάγκες των νέων και στον τρόπο με τον οποίο οι ενήλικες επιλέγουν να τις αντιμετωπίσουν. «Η κατανόηση της νεανικής βίας αρχίζει τη στιγμή που οι νέοι παύουν να αντιμετωπίζονται ως «αντικείμενα ερμηνείας» και αναγνωρίζονται ως «φορείς νοήματος». Η ουσιαστική κατανόηση ξεκινά όταν οι ίδιοι αναγνωρίζονται ως «ενεργά υποκείμενα», με εμπειρίες, λόγο και νόημα. Μόνο τότε η βία παύει να είναι απλώς σύμπτωμα και γίνεται μήνυμα που χρειάζεται να ακουστεί.
Η κατανόηση της νεανικής βίας ακόμη και από την πλευρά των νέων δεν ισοδυναμεί με δικαιολόγηση. Ακόμη και όταν γεννιέται από πίεση, φόβο ή αίσθημα αδικίας, η βία παραμένει πράξη η οποία πληγώνει και αναπαράγει τον κύκλο της σύγκρουσης. Οι νέοι, κατά βάθος, αναζητούν τη μετατροπή του θυμού τους σε διεκδίκηση του λόγου, γεγονός το οποίο σε συνδυασμό με τις ψυχολογικές διακυμάνσεις της ηλικίας, αποτελεί δύσβατη ατραπό.
Η νεανική βία, αναμφίβολα, δεν αποτελεί μια εύκολη ιστορία αλλά ούτε οφείλει να προτάσσει την εναλλαγή υπόδειξης ευθυνών, περιστοιχισμένη από ενόχους και αθώους. Αντιθέτως, είναι ο καθρέφτης μιας κοινωνίας που ζητά από τους νέους να είναι ξεχωριστοί αλλά υπάκουοι, διαλλακτικοί αλλά σιωπηλοί… Ζώντας, ανάμεσα σε αυτές τις αντιφάσεις, οι νέοι προσπαθούν να σταθούν όρθιοι, συχνά χωρίς δίχτυ ασφαλείας. Ως απόρροια αυτού, όταν αποτυγχάνουν το τίμημα γίνεται βαρύ και -ως συνήθως- καλούμαστε να το αντιμετωπίζουμε μόνοι. Εκεί, λοιπόν, γεννιέται η βία, όχι ως επιλογή, αλλά ως αποτυχία επικοινωνίας, κατανόησης και συλλογικής ευθύνης, μέσα σε περιβάλλοντα πίεσης και διαρκούς σύγκρισης. Ίσως, λοιπόν, πριν οι ενήλικες αναρωτηθούν γιατί οι νέοι ξεσπούν, να αναρωτηθούν: πόσο χώρο τους δώσαμε πραγματικά για να ισορροπήσουν;
Μυρτώ Σφέτσα
26 Μαΐου 2026
Ψυχική Υγεία σε προτεραιότητα
25 Μαΐου 2026
Η Ανάγκη Να Είμαστε Τέλειοι
14 Μαΐου 2026