Skip to main content

Το τραπέζι της συνείδησης…στον «Δείπνο» του Ιάκωβου Καμπανέλλη.

2 Φεβρουαρίου 2026
Το τραπέζι της συνείδησης…στον «Δείπνο» του Ιάκωβου Καμπανέλλη.

Όταν μια φαινομενικά απλή, καθημερινή συνάντηση αποτελεί την αφορμή για την ανάδειξη βαθύτερων κοινωνικών και ηθικών ζητημάτων, τα οποία παραμένουν διαχρονικά επίκαιρα· Η ατομική ευθύνη απέναντι στην κοινωνική αδικία, η σιωπή ως μορφή συνενοχής, ο φόβος που παραλύει τους ανθρώπους και τους οδηγεί στο συμβιβασμό, η αντίθεση ανάμεσα στο φαίνεσθαι και στο είναι.

Το δεύτερο μέρος της τριλογίας του Ι. Καμπανέλλη «Ο Δείπνος» αντλεί το υλικό του από το μύθο των Ατρειδών. Στο έργο αυτό επιχειρείται μία ένωση του μυθολογικού με το πραγματικό στοιχείο, του αρχαιοελληνικού με το νεοελληνικό δράμα, αντιπροσωπευτική του είδους θέατρο μέσα στο θέατρο1. Ο δημιουργός κομίζει μέσα από το διάλογο με τον αρχαίο μύθο την ευαισθητοποιημένη στους ψυχολογικούς και κοινωνιολογικούς προβληματισμούς συνείδηση του 20ου αι.2.

Στο μονόπρακτο αυτό παρουσιάζονται οι νεότεροι γόνοι του οίκου των Ατρειδών να οργανώνουν ένα επιμνημόσυνο τραπέζι για τους δολοφονημένους γονείς τους, στην οικία του μεσήλικα αγρότη και συζύγου της Ηλέκτρας, Φόλου. Δρώντα πρόσωπα είναι οι ζωντανοί (Φόλος, Ηλέκτρα, Ορέστης, Ιφιγένεια) και οι νεκροί (Αγαμέμνονας, Κλυταιμνήστρα, Αίγισθος, Κασσάνδρα), συμφιλιωμένοι πλέον μεταξύ τους και μετανιωμένοι για τις πράξεις τους (Καμπανέλλης 1994: 54). Καθήμενοι όλοι μαζί στο ίδιο τραπέζι, αδυνατούν να επικοινωνήσουν μεταξύ τους παρά τις διαρκείς προσπάθειες των νεκρών να έρθουν σε επαφή με τους ζωντανούς. Μόνο τα πρόσωπα της ίδιας ομάδας -των ζωντανών ή των νεκρών- μπορούν να συνομιλήσουν μεταξύ τους. Αυτή η αδυναμία επικοινωνίας όλων με όλους ανάγεται στο θεματικό στοιχείο του έργου που τίθεται στο προσκήνιο.

Κοινό σημείο των δρώντων προσώπων, παρά τις όποιες διαφορές τους, είναι η εκδήλωση μετάνοιας. Έτσι, η Κλυταιμνήστρα αποκαλύπτει το ταπεινό και ανθρώπινο πρόσωπό της∙ ως μάνα μετανιώνει πικρά που εξώθησε τα παιδιά της στους φόνους. Αυτή η αίσθηση μετάνοιας, η ταπεινή και ανθρώπινη πλευρά του ατόμου που ξεπροβάλλει μέσα από το πρόσωπο της Κλυταιμνήστρας και προκαλεί τη συμπάθεια και την αποδοχή του από τον αναγνώστη, συνθέτει τον υπονοούμενο αναγνώστη∙ είναι εκείνος που κάποτε μπορεί να εξεγειρόταν, να αντιδρούσε, να απειλούσε, να έβριζε, τώρα πια επιζητεί τη συμφιλίωση, τη συναίνεση, την ηρεμία και την κοινή γαλήνη.

Επιστρέφοντας στους ήρωες του έργου, ο Φόλος και η Ιφιγένεια είναι πρόσωπα τα οποία δεν εμφανίζονται στην Ορέστεια. Ο Φόλος του Καμπανέλλη είναι ο αφηγητής και η Ιφιγένεια, η λύση στο δράμα. Πράγματι, η Ιφιγένεια παρουσιάζεται να λυτρώνει την ίδια και τα αδέλφια της κλείνοντας τον κύκλο των επάλληλων αλληλοφονιών με το δηλητηριασμένο κρασί των εναπομείναντων ζωντανών (Καμπανέλλης 1994: 46). Η σκηνή αυτή αποτελεί ανατροπή των όσων προηγήθηκαν και συνιστά το θεματικό στοιχείο του έργου καθώς διαφοροποιείται έντονα από τον ορίζοντα του αναγνώστη που ανέλπιστα παρακολουθεί αυτή την εξέλιξη, με την Ιφιγένεια σε πρωταγωνιστικό και ανατρεπτικό ρόλο στη λύση του δράματος.

Ο «Δείπνος», άρρηκτα συνδεδεμένος με τα γεγονότα της τραγωδίας «Χοηφόροι» (δολοφονία της Κλυταιμνήστρας από τον Ορέστη) και «Ευμενίδες» (δίκη του Ορέστη από τις Ερινύες και αθώωση), αποτελεί συνέχεια του έργου «Γράμμα στον Ορέστη». Η Κλυταιμνήστρα του Καμπανέλλη- όπως άλλωστε και τα υπόλοιπα συμμετέχοντα νεκρικά πρόσωπα- παρουσιάζεται στην ηλικία που θανατώθηκε χωρίς ωστόσο, ίχνος νεκρικού στοιχείου στην όψη της. Το κυρίαρχο στοιχείο που τη διαφοροποιεί από την «Ορέστεια» του Αισχύλου, είναι η εναγώνια προσπάθειά της να επικοινωνήσει με τα παιδιά της και να απολογηθεί σε αυτά.

Στην τάση απολογίας, εφάμιλλης της αντίστοιχης ψυχικής της κατάστασης στο «Γράμμα στον Ορέστη», προστίθεται και η ανάγκη εκδήλωσης της χαράς της απέναντι στην Ηλέκτρα η οποία μετανιωμένη για την υποκίνηση του αδελφού της στο φόνο της μητέρας τους, τη δικαιολογεί και συγχωρεί τις πράξεις της (Καμπανέλλης 1994: 55). Διάχυτη είναι και η ανάγκη της να παρηγορήσει τον υιό της που νιώθει τύψεις καθώς δεν πρόλαβε να διαβάσει εγκαίρως το γράμμα της για την αποτροπή του μοιραίου. Αυτές οι τύψεις σε συνδυασμό με το πνεύμα της μετάνοιας, αποπνέει στον αναγνώστη ένα ευρύτερο χριστιανικό πνεύμα μεταμέλειας και συγχώρεσης το οποίο επισφραγίζεται μέσα από τον ήχο μιας ψαλμωδίας3 (Καμπανέλλης 1994: 39, 49). Όλες οι παραπάνω έννοιες συνθέτουν τη μορφή του υπονοούμενου αναγνώστη. Η φιλική και τρυφερή της διάθεση, η συμπόνια και η μητρική της αγάπη εκδηλώνονται και απέναντι στην Κασσάνδρα (Καμπανέλλης 1994: 40). Χαρακτηριστικό της γνώρισμα, ρυθμιστής της ψυχολογικής της κατάστασης είναι η ανάγκη της να συνεχίσει να επιβιώνει ανάμεσα στους ζωντανούς απογόνους της4 παρά την προσπάθεια του Αίγισθου να καταδείξει το μάταιο της προσπάθειας.

Παρά τις οποίες αποκλίσεις του «Δείπνου» από την Ορέστεια του Αισχύλου, κοινός τόπος στην πραγμάτευση του μύθου των Ατρειδών αποτελεί η παραδοχή ότι η κατάρα που βαραίνει τον οίκο των Ατρειδών αποτελεί την αιτία των αλλεπάλληλων αμαρτιών και των -χωρίς τέλος- δολοφονιών και ότι το κακό είναι διάχυτο και κατατρώγει χωρίς σταματημό ολόκληρες γενιές, όπως επισημαίνει χαρακτηριστικά και η Ιφιγένεια «μη μου πείτε πως όλ΄ αυτά δεν είναι η κληρονομική κι ανίατη αρρώστια μας»5 και ο ηθοποιός ο υποδυόμενος τον Αίγισθο «γινόμαστε η μηχανή μιας παράλογης και μάταιης σκληρότητας και αυτοκαταστροφής» (Καμπανέλλης 1994: 68). Αυτή η παραδοχή τίθεται στο προσκήνιο αφήνοντας όλα τα εγκλήματα που συντελέστηκαν στο παρασκήνιο.

Συμπερασματικά, η Κλυταιμνήστρα στον Καμπανέλλη συνιστά μία τραγική και συνάμα ψυχολογική οντότητα που αποκαλύπτεται στο σύγχρονο θεατή μ΄ έναν πιο οικείο τρόπο συγκριτικά με εκείνον του αρχαίου δράματος. Η διάχυτη τραγικότητά της είναι ιδωμένη μέσα από ένα καθαρά προσωπικό πρίσμα που αποκαλύπτει συναισθήματα και ψυχικές διαθέσεις οικείες στο σύγχρονο άνθρωπο, και όχι υπό το πρίσμα του προσώπου-συμβόλου και φορέα πανανθρώπινων ιδεών και αξιών όπως στην αρχαία τραγωδία6. Ο μύθος της Κλυταιμνήστρας είναι διαχρονικός και αποτελεί σύγχρονη πολιτική και κοινωνική αναγκαιότητα∙ η Κλυταιμνήστρα είναι η γυναίκα που δεν εγκαταλείπει τον αγώνα αλλά ζητεί τα δικαιώματά της και διεκδικεί την αυτόνομη και ισότιμη μεταχείρισή της μέσα στον κόσμο7 (διχασμός του ερμηνευτικού υποκειμένου). Αυτή την πλευρά της επιδιώκει να φωτίσει ο Καμπανέλλης καταδεικνύοντας την ισορροπία μεταξύ των δύο φύλων και την καλλιέργεια σχέσεων εμπιστοσύνης, συνεργασίας και αλληλεγγύης.

Σπυριδούλα Χαδιάρη, φιλόλογος Εκπαιδευτηρίων Δούκα

………………………………………………………….

1 Σαμαρά (1991) 68- 87

2 Κρητικός (1993)

3 Λιαπής (2015) 10

4 Λιαπής (2015) 7

5 Καμπανέλλης (1994) 61

6 Κοταμανίδου (2015) 46

7 Κοταμανίδου (2015) 50

Βιβλιογραφία

Καμπανέλλης, Ι., «ο Δείπνος» στο Θέατρο, τ. ΣΤ΄, Αθήνα, Κέδρος, 1994.

Jauss, Hans Robert, Η θεωρία της πρόσληψης. Τρία μελετήματα., εισ.- μτφρ.- επιμ. Μ Πεχλιβάνος, Αθήνα, Εστία, 1995.

Holub, Robert. C., Θεωρία της πρόληψης. Μια κριτική εισαγωγή, μτφρ. Κ. Τσακοπούλου, Αθήνα, Μεταίχμιο, 2004.

Λιαπής, Β. Οδηγός Μελέτης, 1.2. Ο Δείπνος: Ερμηνευτικά κλειδιά, στο Ιάκωβος Καμπανέλλης, 2015.

Κοταμανίδου, Ε. Κλυταιμνήστρας Δίκαιον: Σύγχρονες συντεταγμένες της διακειμενικότητας του μύθου, στο Θεατρογραφίες, Τεύχος 12, 2004.

Σαμαρά, Ζ. Ποιητική και Μεταφυσική, Το Θέατρο μέσα στο Θέατρο, Σύγκριση 2-3. 1991.

Κρητικός, Θ. Κριτική για το τρίπτυχο «Ο Δείπνος », στην Ελευθεροτυπία, Οκτώβριος1993.

Αθηναίος, Π. «Ο Δείπνος του Ιάκωβου Καμπανέλλη», θεατρική κριτική, στο Ελεύθερη Ώρα, 4.4.93, διαθέσιμο στο http://www.nt-archive.gr/viewFiles1.aspx?playID=303&pubID=5730 (ανακτήθηκε 2/1/2016).

Φωσκαρίνης, Θ. «Ιάκωβος Καμπανέλλης», Βιογραφικά στοιχεία, διαθέσιμο στο http://www.kambanellis.gr/?page_id=105 (ανακτήθηκε 1/1/2016).