«Κλυταιμνήστρα ή το Έγκλημα», Μαργκερίτ Γιουρσενάρ
20 Ιανουαρίου 2026
Η «Κλυταιμνήστρα ή το έγκλημα» της Μαργκερίτ Γιουρσενάρ αποτελεί μέρος ενός συνόλου λυρικών πεζών της συλλογής «Φωτιές» με κεντρικό άξονα τον έρωτα. Στο ομώνυμο έργο η Κλυταιμνήστρα απολογείται ενώπιον του δικαστηρίου για τη δολοφονία του Αγαμέμνονα και ξετυλίγει το κουβάρι της ζωής της αποκαλύπτοντας με ανθρώπινο τρόπο και απολογητικό ύφος τα βάσανά της που την εξώθησαν στο φόνο. Με τη μορφή μονολογικού δρώμενου – όπως και στο μονόπρακτο «Γράμμα στον Ορέστη», η τραγική μορφή της, ανασυρόμενη από τον αρχαίο μύθο με τα αρχετυπικά χαρακτηριστικά της προσωπικότητάς της που την ακολουθούν, ξεδιπλώνεται με τρόπο αφοπλιστικά ειλικρινή και απολογητικό, δίνοντας στο θεατή όλες τις ψυχολογικές λεπτομέρειες που ενίοτε οδηγούν σε φλυαρία και ίσως μικραίνουν το αισχυλικό πρότυπο.
Απευθυνόμενη στους δικαστές και κατ΄ επέκταση στο θεατή τον οποίο φαίνεται να κοιτά στα μάτια εκλιπαρώντας για την ανθρωπιά, τη συμπαράσταση και την αποδοχή των πράξεων της, επιζητεί τη συγκίνηση και την εύνοια μέσα από μία κατάθεση ψυχή. Είναι υποχρεωμένη να ξαναζήσει το μαρτύριο που υπέφερε ανακαλώντας στη μνήμη της όλα τα γεγονότα και αναλύοντάς τα μία ακόμα φορά. Όπως χαρακτηριστικά αναφέρει «Μαζευτήκατε ΄δω για να ξαναπαιχτεί η σκηνή του φόνου» και «όχι μονάχα οι πράξεις μου, αλλά και τα κίνητρά μου θα πρέπει να εκτεθούν» (Γιουρσενάρ 1935: 184-185). Η Γιουρσενάρ υιοθετεί για το πρόσωπο της Κλυταιμνήστρας έναν λόγο συγκινησιακά φορτισμένο με έντονες συναισθηματικές μεταπτώσεις που δημιουργούν ένα δίπολο αντιθετικών σημείων1∙ άλλοτε μιλά με τρυφερότητα και αγάπη για τον Αγαμέμνονα και άλλοτε με ειρωνεία – η Κλυταιμνήστρα του Αισχύλου δεν εκφράζει συναισθήματα τρυφερότητας και αγάπης προς τον άντρα της. Επιπλέον, άλλοτε αποκαλύπτεται ευαίσθητη και τρυφερή να περιμένει με ανυπομονησία και αγάπη την επιστροφή του συντρόφου της και άλλοτε να διακατέχεται από συναισθήματα αποστροφής και μίσους στη θέαση της Κασσάνδρας. Στην Ορέστεια αντίθετα, η Κλυταιμνήστρα υποκρίνεται αιώνια αγάπη και πίστη στον Αγαμέμνονα. Στην πραγματικότητα είναι φιλόδοξη, ανυπότακτη και αποφασισμένη για την εξόντωσή του.
Η Κλυταιμνήστρα της Γιουρσενάρ υπερβαίνει τα ανθρώπινα μέτρα αναφορικά με τον πόνο και την απελπισία και μέσω του απολογητικού μονολόγου της ακούγεται προβάλλει τη φωνή της γυναίκας, μητέρας και ερωμένης που υπερβαίνει το τότε και το εκεί του αρχαίου μύθου και εμφανίζεται σε κάθε εποχή και τόπο, αγωνιζόμενη ενάντια στην πατριαρχία και διεκδικώντας το δίκαιο και την ισότητα στην κοινωνία (υπονοούμενος αναγνώστης). Βασική παράμετρος στον υπονοούμενο αναγνώστη είναι η ερωτική σε αντίθεση με τον Καμπανέλλη που είναι η μητρική. Γνωρίζει και αποδέχεται τη μοίρα του, μετανιωμένος για τις πράξεις του και κρινόμενος γι΄ αυτές. Ο πραγματικός αναγνώστης αναμένει από το συγκεκριμένο έργο να γίνει μία δίκη για κάποιο έγκλημα που συντελέστηκε, με ενόχους και επίορκους, στο χώρο ενός δικαστηρίου το οποίο θα αποφανθεί για τις πράξεις των ενόχων. Ο ορίζοντας αυτός του αναγνώστη δεν ανατρέπεται εν πολλοίς∙ η Κλυταιμνήστρα παρουσιάζεται να απολογείται για το έγκλημα που διέπραξε μέχρι το τέλος του έργου.
Το ανθρώπινο αυτό πρόσωπο της Κλυταιμνήστρας αντικατοπτρίζει την απλή, ανθρώπινη και συνάμα μεγαλειώδη συγγραφέα, η οποία μάλιστα στερήθηκε τη μητέρα της από τη γέννα της. Η νέα αυτή εκδοχή της Κλυταιμνήστρας επιβάλλεται από την κοινωνική πραγματικότητα της εποχής- από το ενδιαφέρον και την αγάπη της για την Ελλάδα, αλλά και από τις φεμινιστικές της ιδέες. Άλλωστε κι η ίδια δέχθηκε έντονες επικρίσεις για την επιλογή της στο αξίωμα της Γαλλικής Ακαδημίας2. Επιλέγει λοιπόν, να αναδείξει την Κλυταιμνήστρα από αντικείμενο ετυμηγορίας σε υποκείμενο δράσης για να αποδώσει έναν λόγο φεμινιστικό1 δικαιώνοντας τη γυναίκα, όπως ακριβώς επιχειρεί με το έργο του και ο Καμπανέλλης. Ο Αισχύλος αντίθετα, δε φαίνεται τελικά να την αποδέχεται.
Όπως οι μεταγενέστεροι του Αισχύλου συγγραφείς, έτσι και η Γιουρσενάρ διαβλέπει μία μεταμέλεια ή ένα βαθύ ερωτικό κίνητρο στη μοιραία αυτή γυναίκα. Ο Αισχύλος αντίθετα, είναι οξυδερκέστερος αναλύοντας μία γυναικεία μορφή πληγωμένη στο βαθύτερο θηλυκό της κύτταρο και στη ματαιωμένη ερωτική σύζευξη3. Κοινό τόπο, ωστόσο, αν και με διαφορετικό τρόπο δοσμένο στα προς εξέταση έργα και την Ορέστεια του Αισχύλου, αποτελεί η συνειδητή σχέση της Κλυταιμνήστρας με το θάνατο∙ εδώ εκδηλώνεται έντονα μέσα από την αναλυτική παρουσίαση της μεταθανάτιας μοίρας της – με λόγια εκφρασμένα από την ίδια σε χρόνο μέλλοντα – «Ξέρω πως στο τέλος το κεφάλι μου θα πέσει στην πλατεία του χωριού…θα πάρω τους δρόμους…θα τον ξαναβρώ…» (Γιουρσενάρ 1935: 202).
1. Γκίνη (2009)
2. Λώρη (1997)
3. Γεωργουσόπουλος (2001)
Βιβλιογραφία
Γιουρσενάρ, Μαργκερίτ, «ΚΛΥΤΑΙΜΝΗΣΤΡΑ ή το έγκλημα», στο Φωτιές, μτφρ. Ιωάννας Δ. Χατζηνικολή, Χατζηνικολή, Αθήνα,1981.
Γκίνη, Ε. Ιάκωβος Καμπανέλλης- Μαργκερίτ Γιουρσενάρ- Έντγκαρ Τσίας: Στη σκιά της διακειμενικότητας στο XIV Συνέδριο της Διεθνούς Ένωσης Λατινοαμερικανικών και Ελληνικών Σπουδών (FIEALC), Αθήνα, 2009.
Γεωργουσόπουλος, Κ. «Αύρες γυναικών», στα Νέα, 7/5/2001, διαθέσιμο στο http://digital.lib.auth.gr/record/75228/files/arc-2007-33771.pdf (ανακτήθηκε στις 4/1/2016).
Λώρη, Κ. «Μαργκερίτ Γιουρσενάρ», στο Βήμα,24/8/1997, διαθέσιμο στο http://www.tovima.gr/relatedarticles/article/?aid=90654 (ανακτήθηκε στις 4/1/2016).
Χαδιάρη Σπυριδούλα