Skip to main content

Το κλάμα της μάνας και ο ξεριζωμός

16 Ιουνίου 2025
Το κλάμα της μάνας και ο ξεριζωμός

Βρισκόμαστε στην Άνοιξη του 1943 μέσα στην καταπράσινη από έλατα Κοιλάδα του Αώου, ανάμεσα στο όρος «Κλέφτη» της οροσειράς της Πίνδου και στο όρος «Καμήλα» της οροσειράς της Τύμφης. Το σκότος του πολέμου και της Κατοχής έχει σκεπάσει την Ελλάδα. Όμως ένα μικρό χωριό εκεί μέσα στα έλατα και δίπλα στον ζωοδότη ποταμό – το Ελεύθερο Κονίτσης – αντιστέκεται στους Γερμανούς εισβολείς. Τα γερμανικά πολυβόλα το έχουν ζώσει και οι σφαίρες «πέφτουν» βροχή. Οι Γερμανοί εκδικούνται τον θάνατο ενός στρατιώτη τους και έχουν βάλει σκοπό να το «σβήσουν» από το χάρτη.

Στο κέντρο του χωριού σ’ ένα πετρόκτιστο Ηπερώτικο σπίτι, που αντικρίζει τον αιωνόβιο πλάτανο της πλατείας, μία μάνα μόνη με δύο «παιδιά» και τρία κορίτσια προσπαθεί να προστατεύσει τα αγγελούδια της. Δίπλα της δεν έχει κανέναν, αφού οι γέροι της οικογένειας ξεκίνησαν το μακρινό τους ταξίδι, τα αδέλφια της σκοτώθηκαν στο Ιταλικό Έπος και το μοναδικό της στήριγμα, ο άντρας της, πολεμά για την Πατρίδα. Είναι θέμα χρόνου οι Γερμανοί να φτάσουν στο κατώφλι του σπιτιού της. Όμως δε λυγά. Το τραγούδι της κάνει τον γέρο-πλάτανο να δακρύζει από συγκίνηση και περηφάνια.

Οι ώρες «κύλησαν» σαν το γάργαρο νερό του ποταμού και τα πολυβόλα σταμάτησαν. Η μυρωδιά των καμένων καλαμποκιών μαζί με τα αποκαΐδια των σπιτιών σου κόβει την ανάσα. Απ’ όπου περνούν οι Γερμανοί αφήνουν μόνο στάχτη. Ο υπόκωφος ήχος της γερμανικής μπότας με το βαρύ της πάτημα σχίζει τον αγέρα. 

Σε λίγο η πόρτα της χτυπά και πέντε πανύψηλοι ξανθοί στρατιώτες με αστραφτερές στολές εμφανίζονται μαζί με τον περίφημο Νικολή – έναν συντοπίτη της που εκτελεί χρέη διερμηνέα. Τη ρωτούν αυστηρά που είναι ο άντρας της. Εκείνη, πάντοτε με το αγέρωχο βλέμμα της να ατενίζει στο βάθος τους απόκρημνους βράχους της «Καμήλας», τους απαντά ότι πολεμά ως όφειλε για την Πατρίδα. Τότε χωρίς να το σκεφτούν, την αρπάζουν και βάζουν φωτιά στο σπίτι και στο κατώι του. Εκείνη δεμένη απομακρύνεται, το σπίτι καπνίζει και οι λυγμοί της διακόπτουν τη σιγαλιά της νύχτας – που εν τω μεταξύ έχει φτάσει. Τα μικρά της – έρημα και ορφανά – κλαίνε και αυτά. Τρέχουν φοβισμένα προς το άγνωστο. Καταλήγουν στο δάσος – δίπλα στον Αη-Γιώργη – εκεί που είναι και άλλοι συγχωριανοί τους. Όλοι τα φροντίζουν με ό,τι έχουν. Κυρίως όμως βελανίδια είναι η μόνη τροφή τους. Η μάνα τους έχει χαθεί μαζί με άλλες σε Στρατόπεδο Συγκέντρωσης. Τα μικρά της μοιράζονται αφού τα «παιδιά» πηγαίνουν στην Παιδόπολη της Κόνιτσας μήπως και φάνε κανένα πιάτο φαγητό ενώ τα κορίτσια καταλήγουν σε μακρινούς συγγενείς.

Στο Στρατόπεδο Συγκέντρωσης η μάνα έγινε αγνώριστη – τα μαλλιά της έγιναν άσπρα σαν το χιόνι, το βλέμμα της σκληρό μ΄ ένα βουβό κλάμα να βγαίνει από το στόμα της. Η φλόγα όμως της ψυχής της για την επιστροφή της στην αγκαλιά των δικών της άσβηστη.

Δύο χρόνια σχεδόν πέρασαν και το χωριό της Ηπείρου – ό,τι έχει απομείνει – προσπαθεί να βρει τους ρυθμούς της. Η πείνα και η φτώχεια έχουν απλώσει το πέπλο τους. Οι κάτοικοι του χτίζουν ξανά τις ζωές τους. Ανάμεσά τους και ο άντρας της. ‘Έχει επιστρέψει από τον πόλεμο και μαζεύει τα κομμάτια της οικογένειάς του. Δυστυχώς όμως οι κακουχίες του πολέμου μαζί με την ατέλειωτη αγωνία για την τύχη του άλλου μισού – της ψυχής της ζωής του τον λύγισαν. Η φυματίωση θα τον χτυπήσει και θα τον αναγκάσει να ξεκινήσει και αυτός το ταξίδι χωρίς γυρισμό. Τα δύο «παιδιά» καθώς και τα τρία κορίτσια μένουν και πάλι «ορφανά» στο δρόμο. Στο Στρατόπεδο Συγκέντρωσης, κάθε βράδυ η μάνα μαζί με τις άλλες Ηπειρώτισσες «πιάνουν» το Ηπειρώτικο μοιρολόι. Κλαίνε για την άδεια αγκαλιά τους και για την Πατρίδα που τόσο τους λείπει. Το μοιρολόι τους είναι μακρόσυρτο και καταλήγει «….Σαν να’ χαν ποτέ τελειωμό τα πάθια και οι καημοί του κόσμου».

Μιχάλης Δάλλας ΛΒ3