Αναμφίβολα, με το πρώτο άκουσμα της γνωστής σε όλους μας λέξης «Παραπληροφόρηση», γεννιούνται συνειρμοί που σχετίζονται με τη διαστρέβλωση της αλήθειας, τη σύγχυση των πολιτών και την υπονόμευσης της αντικειμενικής ενημέρωσης. Οι σκέψεις αυτές μάς οδηγούν σε χώρες όπως η Γερμανία, η Γαλλία, η Ιταλία και η Πολωνία στις οποίες το φαινόμενο έχει προκαλέσει έντονο προβληματισμό και θεσμικές παρεμβάσεις.
Τον τελευταίο καιρό, στις χώρες αυτές έχουν παρατηρηθεί έντονα περιστατικά παραπληροφόρησης όσον αφορά τις προεκλογικές εκστρατείες των πολιτικών -κομματικών αρχηγών με απώτερο στόχο την αποδοχή τους από το ευρύ κοινό και την ψήφο των εκλογέων. Επιπλέον, περιστατικά παραπληροφόρησης έχουν λάβει χώρα σε αυτά τα κράτη-μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης κατά των λαθρομεταναστών, επιτυγχάνοντας έτσι τη διόγκωση των προκαταλήψεων και την καλλιέργεια της ρητορικής μίσους. Οι χώρες αυτές ασκούν σημαντική επιρροή σε ποικίλους άξονες σε διεθνές επίπεδο, εφόσον είναι χώρες με μεγάλη οικονομική, αλλά και γεωπολιτική δύναμη. Συνεπώς, πληροφορίες που διαδίδουν οι κυβερνήσεις των χωρών αυτών -είτε ψευδείς είτε όχι- ελκύουν το ενδιαφέρον του ευρύ κοινού. Όταν μάλιστα οι πληροφορίες αυτές είναι φαινομενικά αληθείς,αποπλοσανατολίζουν και συχνά ετεροκατευθύνουν το κοινό και το καθιστούν αυτόματα έρμαιο συμφερόντων και αντικείμενο χειραγώγησης.
Σημαντικά νομοθετικά μέτρα για την καταπολέμηση της παραπληροφόρησης, έχουν ληφθεί σύμφωνα με τους συνταγματικούς κανονισμούς αυτών των χωρών. Το Γερμανικό Σύνταγμα (Grundgesetz) όπως και το Πολωνικό δεν αναφέρουν ρητά την “παραπληροφόρηση” ως όρο ή συγκεκριμένο ζήτημα. Ωστόσο, υπάρχουν διατάξεις που σχετίζονται με την ελευθερία του λόγου, τη δημοκρατία και την προστασία από κακόβουλες πληροφορίες. Η κύρια διάταξη που αφορά την ελευθερία της έκφρασης και τα σχετικά δικαιώματα είναι το Άρθρο 5 του Γερμανικού Συντάγματος, το οποίο αναφέρει πως η ελευθερία του λόγου και της έκφρασης διασφαλίζεται στην Γερμανία, περιλαμβανομένης της ελευθερίας της δημοσιογραφίας και των μέσων ενημέρωσης, που επιτρέπουν στους πολίτες να εκφράζουν τις απόψεις τους. Όμως, η γερμανική κυβέρνηση έχει θεσπίσει όρια στην ελευθερία του λόγου. Για τον λόγο αυτόν, η ελευθερία δεν είναι απόλυτη. Τα όρια αυτά για την προστασία της προσωπικής αξιοπρέπειας, για την αποφυγή της ρητορικής μίσους, αλλά και για την προστασία της ισορροπίας της κοινωνίας από την διάδοση ψευδών και παραπλανητικών ειδήσεων που την απειλούν.
Η Γερμανία, έχει υιοθετήσει ποικίλες πολιτικές στρατηγικές και μηχανισμούς, ειδικά στον τομέα των κοινωνικών δικτύων απέναντι στην παραπληροφόρηση. Όπως για παράδειγμα ο Νόμος για την επιβολή ευθύνης σχετικά με το περιεχόμενο στο Διαδίκτυο (NetzDG), που υποχρεώνει τις πλατφόρμες κοινωνικών δικτύων να αφαιρούν περιεχόμενο που παραβιάζει το δίκαιο της χώρας (όπως μίσος, διάδοση ψευδών ειδήσεων).
Η κυβέρνηση της Πολωνίας έχει και αυτή θέσει όρια στην ελευθερία της έκφρασης, από την στιγμή που αυτή παραβιάζει θεμελιώδεις αξίες, όπως τη δημόσια τάξη, την προστασία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και την προσωπική φήμη του ατόμου. Το πολωνικό άρθρο που αναφέρεται έμμεσα στην παραπληροφόρηση είναι το άρθρο 47 που υπογραμμίζει πως κάθε πολίτης έχει το δικαίωμα να προστατεύει την προσωπική του ζωή και την ιδιωτικότητά του.
Στη Γερμανία παρατηρήθηκαν σοβαρά πολλαπλά περιστατικά παραπληροφόρησης τον τελευταίο καιρό μέσω των κοινωνικών δικτύων. Υπήρξαν προσπάθειες παραπλάνησης των ψηφοφόρων με ψευδείς, αποπροσανατολιστικές πληροφορίες σχετικά με τους υποψηφίους και τα κόμματα, οι οποίες «κυκλοφορούσαν» στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Σημειώθηκαν, επίσης, προσπάθειες άλλων χωρών να επηρεάσουν τις γερμανικές εκλογές μέσω της διάδοσης παραπληροφόρησης, κάτι το οποίο συνδέεται με τα ευρύτερα θέματα κυβερνοασφάλειας και πολιτικής επιρροής.
Επιπρόσθετα, το γερμανικό ακροδεξιό κόμμα (AFD), το οποίο τίθεται κατά των μεταναστών και των προσφύγων, δημοσίευσε ψευδείς ειδήσεις κυρίως ως προς τους πρόσφυγες από την Μέση Ανατολή και τη Βόρεια Αφρική, καθώς διέδωσε παραποιημένες ιστορίες για εγκλήματα που διαπράττονται από τους λαθρομετανάστες, προκειμένου το πολιτικό αυτό κόμμα να εντείνει τη ρητορική μίσους και φόβου. Το AFD δημοσίευε ψευδείς εικόνες που διαστρεβλώνουν την πραγματικότητα για τους πρόσφυγες και τους μετανάστες, παρουσιάζοντάς τους ως μια απειλή για την κοινωνία, με σκοπό την έξοδό τους από το γερμανικό έδαφος.
Ένα ακόμα σοβαρό περιστατικό παραπληροφόρησης έλαβε χώρα το 2019 κατά τις κοινοβουλευτικές εκλογές στην Πολωνία, όπου παρατηρήθηκε έντονα το φαινόμενο της παραπληροφόρησης, η οποία είχε στόχο να επηρεάσει την εκλογική διαδικασία και τη δημόσια εικόνα των πολιτικών κομμάτων. Στη διάρκεια της προεκλογικής εκστρατείας, σημειώθηκαν ψευδείς ειδήσεις που κυκλοφόρησαν στα Μέσα Κοινωνικής Δικτύωσης αναφορικά με πολιτικές θέσεις κομμάτων, προσωπικά σκάνδαλα πολιτικών αντιπάλων κ.α. Για παράδειγμα, υπήρξαν φήμες και παραπλανητικές πληροφορίες σχετικά με τον τρόπο με τον οποίο θα μπορούσε να επηρεαστεί το εκλογικό αποτέλεσμα μέσω «νοθείας» ή άλλων παράνομων ενεργειών.
Στην Γερμανία και στην Πολωνία η παραπληροφόρηση τιμωρείται με ποινή φυλάκισης και με χρηματικά πρόστιμα. Σύμφωνα με το άρθρο 212 του πολωνικού συντάγματος, προβλέπονται ποινές για άτομα που δημοσιεύουν αναληθείς πληροφορίες με σκοπό να πλήξουν την αξιοπιστία άλλων. Το άρθρο 257 του Ποινικού Κώδικα της Πολωνίας αναφέρει πως ανάλογα με την περίπτωση, η καλλιέργεια της μισαλλοδοξίας ή η προώθηση βίαιων συμπεριφορών μέσω ψευδών πληροφοριών, μπορεί να θεωρηθεί ως εγκληματική πράξη και να τιμωρηθεί με ποινή φυλάκισης. Οι πολίτες και των δύο αυτών χωρών τάσσονται κατά της παραπληροφόρησης.
Η στάση των Πολωνών απέναντι στην παραπληροφόρηση είναι διχασμένη. Αν και υπάρχει συνειδητοποίηση για τον κίνδυνο της παραπληροφόρησης, πολλοί πολίτες εξακολουθούν να είναι επιρρεπείς σε ψευδείς ή παραπλανητικές ειδήσεις, ιδιαίτερα όταν αυτές ενισχύουν τις προσωπικές τους πολιτικές ή κοινωνικές πεποιθήσεις. Η έλλειψη επαρκούς εκπαίδευσης και η δυσπιστία προς τα παραδοσιακά ΜΜΕ δυσχεραίνουν την αντιμετώπιση του φαινομένου, καθιστώντας την παραπληροφόρηση ένα συνεχώς αυξανόμενο πρόβλημα στην Πολωνία. Αντίθετα, η στάση των Γερμανών είναι θετική απέναντι στην ανάγκη να καταπολεμηθεί, με μεγάλο ποσοστό του πληθυσμού να αναγνωρίζει τους κινδύνους που συνεπάγεται μια τέτοια κίνηση. Παρά την ανησυχία για την παραπληροφόρηση, υπάρχει έντονη επιθυμία για λύσεις που να εξασφαλίζουν τη διαφάνεια, τη δημόσια εμπιστοσύνη και την προστασία της δημοκρατίας, ενώ ταυτόχρονα δεν πλήττουν τις βασικές ελευθερίες του λόγου.
Δυστυχώς, αν και τα σχολεία των χωρών αυτών προσπαθούν να ευαισθητοποιήσουν τους μαθητές τους μέσω του μαθήματος της πληροφορικής αλλά και με άλλες δράσεις κατά της παραπληροφόρησης, αυτοί παραμένουν σιωπηλοί, εφόσον η πλειονότητα των μαθητών δεν αντιδρά. Γίνονται εύκολα θύματα της παραπληροφόρησης, λόγω της άγνοιάς τους για ποικίλα θέματα όπως είναι η πολιτική. Όπως αναφέρει και ο Τζ. Όργουελ «Σε μία εποχή παγκόσμιου ψεύδους το να λες την αλήθεια είναι μία πράξη επαναστατική». Αυτό ακριβώς καλούνται οι νέοι να πράξουν, πρέπει να επαναστατήσουν, να ακουστούν οι φωνές τους και να υπηρετούν αδιάλειπτα την δημοκρατία.
Γεωργής Περράκης Σαρκισιάν